Υπό την επιστημονική εποπτεία του

Dr. Νικόλαου Καλλιακμάνη

Date:

Share:

Αλκοολισμός και εφηβεία: Πώς να τον αντιμετωπίσετε

Related Articles

Η εφηβική κατανάλωση αλκοόλ δεν είναι «μια φάση που θα περάσει» ούτε ένα αθώο πέρασμα προς την ενηλικίωση. Είναι ένα από τα πιο ύπουλα προβλήματα της οικογένειας και του σχολείου, ακριβώς επειδή συχνά κρύβεται πίσω από την κοινωνική ανοχή: ένα πάρτι, μια εκδρομή, μια έξοδος, ένα «όλοι το κάνουν», ένα ποτό που το προσφέρει κάποιος μεγαλύτερος ή που βρίσκεται εύκολα στο σπίτι.

Το δύσκολο με το αλκοόλ στην εφηβεία είναι ότι δεν εμφανίζεται πάντα ως εικόνα «αλκοολισμού» όπως τη φανταζόμαστε στους ενήλικες. Ο έφηβος μπορεί να μην πίνει κάθε μέρα. Μπορεί όμως να πίνει επικίνδυνα, απότομα, υπερβολικά, κρυφά, με στόχο να μεθύσει, να αποδείξει κάτι στην παρέα ή να ξεφύγει από άγχος, θλίψη, πίεση, θυμό ή χαμηλή αυτοεκτίμηση. Εκεί βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος.

Στην Ελλάδα, τα στοιχεία δεν επιτρέπουν εφησυχασμό. Σύμφωνα με τα δεδομένα της ESPAD 2024 για τους 16χρονους μαθητές, το 86% έχει καταναλώσει αλκοόλ, ενώ το 37% έχει πιει πρόσφατα πέντε ή περισσότερα ποτά στην ίδια περίσταση. Το 13% δήλωσε ότι μέθυσε πολύ πρόσφατα, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το 2019. (Δίκτυο Άλφα) Παράλληλα, η πανευρωπαϊκή εικόνα δείχνει ότι, παρότι η κατανάλωση αλκοόλ στους εφήβους έχει μειωθεί διαχρονικά, παραμένει εκτεταμένη: το 73% των μαθητών 15-16 ετών στις χώρες ESPAD έχει δοκιμάσει αλκοόλ και το 42% ήπιε τον τελευταίο μήνα. (euda.europa.eu)

Γιατί το αλκοόλ είναι πιο επικίνδυνο στην εφηβεία

Η εφηβεία είναι περίοδος βιολογικής, ψυχολογικής και κοινωνικής αναδιοργάνωσης. Ο εγκέφαλος δεν έχει ολοκληρώσει την ανάπτυξή του, ειδικά σε περιοχές που σχετίζονται με τον έλεγχο των παρορμήσεων, την κρίση, τη μνήμη, τον σχεδιασμό και την εκτίμηση κινδύνου. Αυτό σημαίνει ότι το αλκοόλ δεν επηρεάζει απλώς τη συμπεριφορά της στιγμής, αλλά μπορεί να παρεμβαίνει σε κρίσιμες λειτουργίες που ακόμη διαμορφώνονται.

Το αλκοόλ μειώνει τις αναστολές, αυξάνει την παρορμητικότητα και θολώνει την κρίση. Σε έναν έφηβο αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε επικίνδυνη οδήγηση ή συνεπιβίβαση με οδηγό που έχει πιει, καβγάδες, σεξουαλική έκθεση χωρίς συναίνεση ή χωρίς προστασία, πτώσεις, τραυματισμούς, πνιγμούς, χρήση άλλων ουσιών ή οξεία δηλητηρίαση. Το CDC επισημαίνει ότι οι νέοι που πίνουν έχουν αυξημένο κίνδυνο για κοινωνικά, σχολικά, νομικά, σωματικά και ψυχικά προβλήματα, καθώς και για βραδύτερη ανάπτυξη του εγκεφάλου με πιθανές επιπτώσεις στη μνήμη. (Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων)

Ακόμη πιο σοβαρό είναι ότι όσο νωρίτερα ξεκινά η κατανάλωση, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος προβλημάτων αργότερα. Το National Institute on Alcohol Abuse and Alcoholism σημειώνει ότι η έναρξη κατανάλωσης πριν από τα 15 συνδέεται με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαταραχής χρήσης αλκοόλ στην ενήλικη ζωή, ενώ το αλκοόλ μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη του εγκεφάλου μέχρι και την τρίτη δεκαετία της ζωής. (Εθνικό Ινστιτούτο Αλκοόλ)

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το «πόσο συχνά», αλλά το «πώς»

Στην εφηβεία, η πιο επικίνδυνη μορφή κατανάλωσης δεν είναι απαραίτητα το καθημερινό ποτό. Συχνά είναι η επεισοδιακή υπερκατανάλωση, το λεγόμενο binge drinking: πολλά ποτά σε σύντομο χρόνο, συνήθως σε πάρτι, κλαμπ, πλατείες, σπίτια φίλων ή εκδρομές. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι ο οργανισμός του εφήβου μπορεί να φτάσει γρήγορα σε κατάσταση μέθης ή δηλητηρίασης πριν ο ίδιος καταλάβει τι συμβαίνει.

Η εικόνα είναι γνώριμη: «ήπια μόνο λίγα», «δεν κατάλαβα πότε με χτύπησε», «μου έβαζαν και οι άλλοι», «δεν ήξερα τι είχε μέσα». Πολλές φορές το ποτό αναμειγνύεται με ενεργειακά ποτά, κάτι που μπορεί να δημιουργήσει ψευδή αίσθηση εγρήγορσης, ενώ η μέθη υπάρχει. Ο έφηβος αισθάνεται ότι «αντέχει», ενώ στην πραγματικότητα η κρίση του έχει ήδη μειωθεί.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας χαρακτηρίζει το αλκοόλ τοξική και ψυχοδραστική ουσία με ιδιότητες που μπορούν να οδηγήσουν σε εξάρτηση. Συνδέει επίσης την επιβλαβή χρήση του αλκοόλ με εκατομμύρια θανάτους διεθνώς, τραυματισμούς, κοινωνικές συνέπειες και αυξημένο κίνδυνο για σοβαρές νόσους. (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας) Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε έφηβος που πίνει είναι εξαρτημένος. Σημαίνει όμως ότι δεν έχουμε δικαίωμα να αντιμετωπίζουμε το θέμα σαν απλό «καπρίτσιο ηλικίας».

Τα σημάδια που δεν πρέπει να αγνοηθούν

Οι γονείς συνήθως αντιλαμβάνονται το πρόβλημα αργά, όχι επειδή δεν νοιάζονται, αλλά επειδή η εφηβεία από μόνη της φέρνει αλλαγές: νεύρα, μυστικότητα, αλλαγές παρέας, ανάγκη ανεξαρτησίας, αμφισβήτηση. Το ερώτημα είναι πότε οι αλλαγές αυτές παύουν να είναι φυσιολογικές και γίνονται προειδοποιητικά σημάδια.

Σοβαρά καμπανάκια είναι η συχνή μυρωδιά αλκοόλ, τα ψέματα για το πού ήταν και με ποιους, οι ξαφνικές πτώσεις στη σχολική απόδοση, η απομόνωση, η αλλαγή παρέας προς ομάδες με συστηματική χρήση αλκοόλ ή ουσιών, τα ανεξήγητα χρήματα που λείπουν, οι επιστροφές στο σπίτι σε κατάσταση μέθης, οι καβγάδες, οι τραυματισμοί, τα κενά μνήμης, η επιθετικότητα, η υπερβολική υπνηλία, η εγκατάλειψη δραστηριοτήτων που παλιότερα τον ενδιέφεραν.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν το ποτό εμφανίζεται ως τρόπος διαχείρισης συναισθημάτων. Όταν ο έφηβος λέει ή δείχνει ότι πίνει «για να ηρεμήσει», «για να μη σκέφτεται», «για να μπορεί να βγει», «για να αντέξει», τότε δεν μιλάμε απλώς για κοινωνικό πειραματισμό. Μιλάμε για πιθανό μηχανισμό αυτοθεραπείας, πίσω από τον οποίο μπορεί να κρύβονται άγχος, κατάθλιψη, μοναξιά, bullying, οικογενειακή ένταση ή χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Το πρώτο λάθος των γονιών: πανικός και δημόσια σύγκρουση

Όταν ένας γονιός πιάνει το παιδί του μεθυσμένο, η πρώτη αντίδραση είναι θυμός. Είναι ανθρώπινο. Δεν είναι όμως πάντα χρήσιμο. Ο δημόσιος εξευτελισμός, οι φωνές μπροστά σε φίλους, οι απειλές της στιγμής και οι βαριές κουβέντες τύπου «κατάντησες αλκοολικός» συνήθως κλείνουν την πόρτα της επικοινωνίας.

Η σωστή πρώτη κίνηση είναι η ασφάλεια. Αν ο έφηβος είναι μεθυσμένος, δεν κάνουμε εκείνη την ώρα «ανάκριση». Τον απομακρύνουμε από κίνδυνο, ελέγχουμε αν έχει πιει κάτι άλλο, αν έχει χτυπήσει, αν κάνει εμετούς, αν χάνει τις αισθήσεις του, αν αναπνέει κανονικά. Σε περίπτωση απώλειας συνείδησης, σύγχυσης, επίμονου εμετού, αργής ή ακανόνιστης αναπνοής, σπασμών, υποθερμίας, τραυματισμού ή υποψίας ανάμειξης με άλλες ουσίες, καλούμε άμεσα 166 ή 112. Δεν τον αφήνουμε να «κοιμηθεί για να του περάσει» χωρίς επίβλεψη.

Η συζήτηση γίνεται την επόμενη μέρα, όταν είναι νηφάλιος και όταν ο γονιός μπορεί να μιλήσει χωρίς να ουρλιάζει. Εκεί χρειάζεται καθαρή στάση: όχι διαπραγμάτευση για το αν το αλκοόλ σε ανηλίκους είναι αποδεκτό, αλλά ούτε και εξευτελισμός. Ο στόχος δεν είναι να νικήσει ο γονιός σε έναν καβγά. Ο στόχος είναι να μη χαθεί το παιδί.

Τι πρέπει να πει ένας γονιός

Η πιο αποτελεσματική συζήτηση είναι συγκεκριμένη, ήρεμη και σταθερή. Όχι κήρυγμα δύο ωρών, όχι γενικόλογες απειλές, όχι συγκρίσεις με άλλα παιδιά. Ο γονιός μπορεί να πει: «Αυτό που έγινε είναι επικίνδυνο. Δεν το προσπερνάμε. Θέλω να καταλάβω τι συνέβη, αλλά πρέπει να ξέρεις ότι υπάρχουν όρια». Αυτή η φράση ανοίγει καλύτερα τη συζήτηση από το «με ντρόπιασες» ή «δεν σε εμπιστεύομαι πια».

Στη συνέχεια χρειάζονται ερωτήσεις, όχι ανάκριση. Πού ήσουν; Ποιος έφερε το ποτό; Ήπιες επειδή ήθελες ή επειδή σε πίεσαν; Ήπιες για να ταιριάξεις στην παρέα; Είχες ξαναπιεί; Έχασες τον έλεγχο; Θυμάσαι τι έγινε; Υπήρξε φόβος, ντροπή, πίεση, απειλή, σεξουαλική έκθεση ή βία; Αυτές οι ερωτήσεις δεν γίνονται για να καταδικαστεί το παιδί, αλλά για να εκτιμηθεί ο πραγματικός κίνδυνος.

Κρίσιμο είναι να ακουστεί καθαρά ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η «παραβίαση κανόνα». Είναι η ασφάλεια, η υγεία, η αξιοπρέπεια και η προστασία του εφήβου. Όταν το παιδί αντιληφθεί ότι ο γονιός δεν ενδιαφέρεται απλώς για την εικόνα της οικογένειας, αλλά για το ίδιο, αυξάνονται οι πιθανότητες να μιλήσει.

Τα όρια πρέπει να είναι σαφή και εφαρμόσιμα

Η αντιμετώπιση του αλκοόλ στην εφηβεία δεν γίνεται με ευχές. Γίνεται με κανόνες. Οι γονείς πρέπει να ξέρουν πού πηγαίνει το παιδί, με ποιους, πώς θα γυρίσει, ποιος ενήλικος είναι παρών, αν υπάρχει αλκοόλ στον χώρο, τι ώρα επιστρέφει. Δεν είναι «αστυνόμευση» να ξέρεις πού βρίσκεται ένας 15χρονος ή 16χρονος τα μεσάνυχτα. Είναι γονεϊκή ευθύνη.

Τα όρια πρέπει να είναι συγκεκριμένα: όχι αλκοόλ, όχι επιβίβαση σε όχημα με οδηγό που έχει πιει, όχι παραμονή σε χώρο όπου η παρέα μεθά συστηματικά, άμεσο τηλεφώνημα στους γονείς αν νιώσει ότι κινδυνεύει, δυνατότητα να ζητήσει βοήθεια χωρίς να φοβάται ότι εκείνη τη στιγμή θα «εκτελεστεί» με τιμωρίες. Το παιδί πρέπει να ξέρει ότι αν βρεθεί σε κίνδυνο, μπορεί να καλέσει τους γονείς του. Η συνέπεια θα συζητηθεί μετά. Η διάσωση προηγείται.

Στην Ελλάδα, η νομοθεσία έχει γίνει αυστηρότερη ως προς τη διάθεση αλκοόλ σε ανηλίκους. Ο νόμος που τροποποιήθηκε το 2025 απαγορεύει την πώληση, διάθεση και προσφορά αλκοόλ σε άτομα κάτω των 18 ετών, καθώς και την είσοδο και παραμονή ανηλίκων σε κέντρα διασκέδασης και αμιγή μπαρ. (Καθημερινή) Το πρόβλημα, όμως, δεν λύνεται μόνο με τον νόμο. Λύνεται όταν οικογένεια, σχολείο, αγορά και πολιτεία σταματήσουν να κάνουν τα στραβά μάτια.

Ο ρόλος του σπιτιού: το αλκοόλ δεν πρέπει να είναι διαθέσιμο σαν αναψυκτικό

Πολλοί έφηβοι δεν βρίσκουν το πρώτο ποτό στο μπαρ. Το βρίσκουν στο σπίτι. Μπουκάλια ανοιχτά, κάβες προσβάσιμες, γονείς που λείπουν, πάρτι χωρίς επίβλεψη, οικογενειακή ανοχή στο «έλα μωρέ, λίγο κρασί είναι». Όταν το αλκοόλ αντιμετωπίζεται ως κάτι ακίνδυνο, το μήνυμα περνάει.

Εξίσου σημαντικό είναι το παράδειγμα των ενηλίκων. Αν το παιδί βλέπει ότι κάθε ένταση στο σπίτι «λύνεται» με ποτό, ότι κάθε κοινωνική έξοδος ταυτίζεται με κατανάλωση, ότι η μέθη γίνεται αστείο, τότε οι γονείς δεν μπορούν να πείσουν εύκολα ότι το αλκοόλ είναι σοβαρό θέμα. Το CDC σημειώνει ότι οι έφηβοι είναι πιο πιθανό να πίνουν όταν οι ενήλικες γύρω τους πίνουν ή κάνουν υπερκατανάλωση. (Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων)

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε γονιός που πίνει περιστασιακά ευθύνεται για το παιδί του. Σημαίνει όμως ότι το σπίτι πρέπει να έχει συνεπές μήνυμα. Δεν γίνεται να λέμε «μην πίνεις» και ταυτόχρονα να παρουσιάζουμε τη μέθη ως κανονικότητα, μαγκιά ή κοινωνική επιτυχία.

Πότε χρειάζεται ειδικός

Δεν χρειάζεται να περιμένουμε να φτάσει το παιδί σε καθημερινή χρήση για να ζητήσουμε βοήθεια. Ειδικός χρειάζεται όταν η κατανάλωση επαναλαμβάνεται, όταν υπάρχει απώλεια ελέγχου, όταν ο έφηβος λέει ψέματα συστηματικά, όταν εμφανίζονται κενά μνήμης, όταν πίνει μόνος, όταν πίνει για να αντέξει συναισθήματα, όταν συνυπάρχει χρήση κάνναβης ή άλλων ουσιών, όταν υπάρχουν αυτοτραυματισμοί, κατάθλιψη, επιθετικότητα, σχολική κατάρρευση ή σοβαρή οικογενειακή σύγκρουση.

Η κατάλληλη βοήθεια μπορεί να περιλαμβάνει παιδοψυχίατρο, ψυχολόγο εφήβων, οικογενειακή θεραπεία, συμβουλευτική γονέων ή εξειδικευμένη δομή πρόληψης και αντιμετώπισης εξαρτήσεων. Δεν χρειάζεται ο γονιός να βάλει μόνος του διάγνωση. Χρειάζεται να αναγνωρίσει ότι το θέμα ξεπερνά την απλή «πειθαρχία».

Οι διεθνείς οδηγίες πρόληψης δίνουν έμφαση σε συνδυαστικές παρεμβάσεις: ατομική υποστήριξη του εφήβου, σχολικά προγράμματα, οικογενειακές παρεμβάσεις με καθαρούς κανόνες και καλύτερη επικοινωνία, καθώς και παρεμβάσεις στην κοινότητα. (Εθνικό Ινστιτούτο Αλκοόλ) Με απλά λόγια, δεν αρκεί να πούμε στο παιδί «σταμάτα». Πρέπει να αλλάξει το πλαίσιο μέσα στο οποίο πίνει.

Τι δεν πρέπει να κάνουν οι γονείς

Το πρώτο που δεν πρέπει να κάνουν είναι να βαφτίσουν το παιδί «αλκοολικό». Η ταμπέλα πληγώνει, κλείνει την επικοινωνία και μπορεί να λειτουργήσει ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Άλλο πράγμα η επικίνδυνη χρήση αλκοόλ, άλλο η διαταραχή χρήσης αλκοόλ, άλλο η εξάρτηση. Αυτά πρέπει να αξιολογούνται από ειδικούς.

Το δεύτερο λάθος είναι η πλήρης άρνηση: «Το παιδί μου αποκλείεται». Κανένα παιδί δεν είναι εκτός κινδύνου επειδή έχει καλούς βαθμούς, καλή οικογένεια ή «σοβαρή εικόνα». Πολλά παιδιά υψηλής λειτουργικότητας πίνουν κρυφά, ακριβώς επειδή πιέζονται να είναι άψογα.

Το τρίτο λάθος είναι η δήθεν προοδευτική ανοχή: «Καλύτερα να πιει μπροστά μου για να μάθει». Αυτό συχνά στέλνει λάθος μήνυμα. Ο έφηβος δεν μαθαίνει όριο επειδή του επιτρέπουμε να δοκιμάζει. Μαθαίνει όριο όταν ο ενήλικος είναι σταθερός, αξιόπιστος και συνεπής.

Το τέταρτο λάθος είναι η τιμωρία χωρίς αποκατάσταση. Αν μετά από ένα περιστατικό μέθης απλώς αφαιρεθεί το κινητό ή απαγορευτούν οι έξοδοι, χωρίς συζήτηση, χωρίς αξιολόγηση της παρέας, χωρίς αλλαγή ρουτίνας, χωρίς υποστήριξη, το πρόβλημα απλώς μεταφέρεται πιο βαθιά στο κρυφό πεδίο.

Ο ρόλος του σχολείου και της παρέας

Το σχολείο δεν μπορεί να κάνει τον ψυχίατρο ούτε τον αστυνομικό. Μπορεί όμως να λειτουργήσει ως κρίσιμος μηχανισμός έγκαιρης ανίχνευσης. Αδικαιολόγητες απουσίες, πτώση επίδοσης, επιθετικότητα, απομόνωση, συχνή κόπωση, αλλαγή συμπεριφοράς, αναφορές από συμμαθητές ή περιστατικά σε εκδρομές δεν πρέπει να θάβονται για να «μην εκτεθεί το σχολείο».

Η συνεργασία γονέων και σχολείου πρέπει να γίνεται χωρίς κουτσομπολιό και στιγματισμό. Ένας καθηγητής που εμπιστεύεται ο μαθητής μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο. Το ίδιο και ένας σχολικός ψυχολόγος, όπου υπάρχει. Το ζητούμενο δεν είναι να μπει ο έφηβος στον τοίχο, αλλά να δημιουργηθεί δίκτυ ασφαλείας.

Η παρέα είναι επίσης καθοριστική. Στην εφηβεία, η ανάγκη αποδοχής είναι ισχυρή. Ένα παιδί μπορεί να πιει όχι επειδή του αρέσει το αλκοόλ, αλλά επειδή φοβάται να μη θεωρηθεί «ξενέρωτο», «μικρός», «φοβισμένος». Γι’ αυτό η απάντηση δεν είναι απλώς «κόψε τους φίλους σου». Είναι να βοηθηθεί ο έφηβος να αποκτήσει εναλλακτικές παρέες, δραστηριότητες, χώρους αναγνώρισης και αυτοπεποίθηση ώστε να μπορεί να πει όχι.

Αν πίσω από το αλκοόλ κρύβεται ψυχικός πόνος

Σε αρκετές περιπτώσεις, το ποτό είναι το σύμπτωμα, όχι η ρίζα. Ένας έφηβος μπορεί να πίνει επειδή βιώνει απόρριψη, άγχος, κατάθλιψη, οικογενειακή ένταση, χωρισμό γονιών, σχολική αποτυχία, bullying, ντροπή για το σώμα του, μοναξιά ή τραύμα. Αν αντιμετωπίσουμε μόνο το ποτό και όχι τον πόνο που το τροφοδοτεί, θα χάσουμε την ουσία.

Γι’ αυτό χρειάζεται παρατήρηση χωρίς υστερία. Έχει αλλάξει ο ύπνος του; Τρώει διαφορετικά; Έχει χάσει ενδιαφέρον για όσα αγαπούσε; Κλείνεται στο δωμάτιο; Έχει εκρήξεις θυμού; Μιλάει απαξιωτικά για τον εαυτό του; Υπάρχουν αναφορές σε αυτοκαταστροφή; Σε τέτοιες περιπτώσεις, η αναζήτηση ειδικού δεν είναι υπερβολή. Είναι προστασία.

Το πιο επικίνδυνο σενάριο είναι ο συνδυασμός αλκοόλ με κατάθλιψη ή αυτοκαταστροφικές σκέψεις. Το αλκοόλ μειώνει τις αναστολές και μπορεί να μετατρέψει μια παρορμητική σκέψη σε πράξη. Εκεί δεν χωρά αναμονή, ντροπή ή «θα το δούμε». Χρειάζεται άμεση επαγγελματική βοήθεια.

Η αντιμετώπιση θέλει σχέδιο, όχι μία συζήτηση

Η αλλαγή δεν έρχεται με μία δραματική κουβέντα στο τραπέζι της κουζίνας. Θέλει παρακολούθηση, συνέπεια και επανάληψη. Οι γονείς πρέπει να συμφωνήσουν μεταξύ τους σε κοινή γραμμή. Αν ο ένας απαγορεύει και ο άλλος υπονομεύει, ο έφηβος θα περάσει από το ρήγμα.

Χρειάζεται επίσης πρακτικό πλάνο: έλεγχος πρόσβασης στο αλκοόλ στο σπίτι, κανόνες εξόδων, γνωριμία με γονείς φίλων όταν γίνεται, συμφωνία για μετακινήσεις, καθαρό ωράριο επιστροφής, περιορισμός πάρτι χωρίς ενήλικη επίβλεψη, σταδιακή αποκατάσταση εμπιστοσύνης όταν τηρούνται οι κανόνες. Η εμπιστοσύνη δεν είναι λευκή επιταγή. Χτίζεται με συμπεριφορά.

Παράλληλα, πρέπει να δοθούν στον έφηβο άλλοι τρόποι εκτόνωσης και αυτοεπιβεβαίωσης. Αθλητισμός, μουσική, εθελοντισμός, δημιουργικές ομάδες, εργασία το καλοκαίρι, συμμετοχή σε κάτι που του δίνει ταυτότητα. Όταν ένα παιδί έχει μόνο την παρέα της εξόδου για να νιώσει ότι αξίζει, η πίεση του αλκοόλ γίνεται πολύ ισχυρότερη.

Η δύσκολη ισορροπία: αυστηρότητα χωρίς απόρριψη

Ο γονιός πρέπει να στείλει δύο μηνύματα ταυτόχρονα. Το πρώτο: «Δεν αποδέχομαι το αλκοόλ και την επικίνδυνη συμπεριφορά». Το δεύτερο: «Δεν σε απορρίπτω». Αν σταλεί μόνο το πρώτο, το παιδί φοβάται και κρύβεται. Αν σταλεί μόνο το δεύτερο, το παιδί δεν παίρνει στα σοβαρά τον κίνδυνο.

Η σωστή στάση είναι σταθερή αγάπη. Όχι χαλαρή ανοχή, όχι στρατιωτικός έλεγχος. Ο έφηβος πρέπει να καταλάβει ότι οι γονείς του δεν είναι ούτε φίλοι που κάνουν τα στραβά μάτια ούτε δικαστές που περιμένουν να τον καταδικάσουν. Είναι οι ενήλικες που θα τον κρατήσουν ασφαλή, ακόμη κι όταν ο ίδιος δεν μπορεί να προστατεύσει τον εαυτό του.

Συμπέρασμα

Ο αλκοολισμός και η επικίνδυνη κατανάλωση αλκοόλ στην εφηβεία δεν αντιμετωπίζονται με ντροπή, σιωπή ή πανικό. Αντιμετωπίζονται με καθαρή ματιά, γονεϊκή παρουσία, όρια, έγκαιρη παρέμβαση και επαγγελματική βοήθεια όπου χρειάζεται.

Το αλκοόλ στην εφηβεία δεν είναι απλώς «μια κακή συνήθεια». Μπορεί να γίνει είσοδος σε τραυματισμούς, εξαρτήσεις, σχολική απορρύθμιση, ψυχική κατάρρευση και επικίνδυνες αποφάσεις. Ακριβώς γι’ αυτό, η οικογένεια δεν πρέπει ούτε να το δραματοποιεί άκριτα ούτε να το υποτιμά. Πρέπει να το αντιμετωπίζει νωρίς, σοβαρά και χωρίς αυταπάτες.

Ο στόχος δεν είναι να μεγαλώσουμε παιδιά που απλώς φοβούνται την τιμωρία. Είναι να μεγαλώσουμε εφήβους που μπορούν να πουν όχι, να ζητήσουν βοήθεια όταν κινδυνεύουν και να μάθουν ότι η ενηλικίωση δεν περνά μέσα από τη μέθη, αλλά μέσα από την ευθύνη.

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

Popular Articles